Προλετάριοι όλων των χώρων, ενωθήτε!

Δεν ζητάμε την άδεια του κράτους…

Συζητήσεις, διαδηλώσεις και εξαγγελίες απεργιών προηγήθηκαν της νομοθέτησης του μέτρου, ενώ διατυπώθηκαν πάλι στον δημόσιο λόγο τα γνωστά. «Το δικαίωμα της απεργίας είναι ιερό», στα πανώ. «Δικαίωμα στην απεργία, αλλά και στην εργασία», από τα δεξιά. Η απόφαση για την κήρυξη απεργίας απαιτεί πλέον τη συμμετοχή του 50% των οικονομικά ενεργών μελών στις συνελεύσεις μιάς πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης…

Η απεργία ωστόσο δεν περιβάλλεται από καμμία ηθικολογική ή άλλη κοινωνιολογική διάσταση, και μάλιστα «ιερή». Δεν βρισκόμαστε σε εκκλησία, αλλά στην κοινωνία. Και το «δικαίωμα της απεργίας» μόνο τυπικά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο του νόμου, γιατί δεν είναι δικαίωμα. Αν αυτό «προβλέπει» το Σύνταγμα, υπάρχουν και απόψεις που υποστηρίζουν πως ό,τι προβλέπεται και περιγράφεται εκεί για τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα, και με όλη την καλή διάθεση του νομοθέτη, εν τέλει πρόκειται για περιορισμό. Το κράτος με το Σύνταγμά «του» και τους εξ αυτού απορρέοντες νόμους «του» δεν μπορεί να είναι φορέας υπεράσπισης των ατομικών δικαιωμάτων, αφού είναι από «τις κύριες πηγές δυνατής διακινδύνευσής τους» (Δαγτόγλου Π., Συνταγματικό Δίκαιο, Α΄ Τόμος, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 67).

Η απεργία δεν είναι δικαίωμα ούτε υποχρέωση, αλλά αποτέλεσμα συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων. Ούτε η εργασία είναι δικαίωμα ή υποχρέωση, αλλά διαχρονική ανθρώπινη ανάγκη και δραστηριότητα. Αλλά, «εφ’ όσον στον καπιταλισμό θεμιτά και κοινωνικά αποδεκτά είναι μόνο εκείνα τα εισοδήματα που γεννιούνται στην αγορά μέσω των συναλλαγών, το αποτέλεσμα είναι ότι η μισθωτή εργασία εμφανίζεται ως αποκλειστική και αναγκαστική επιβιωτική μορφή για όλους εκείνους που είναι στερημένοι από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής» (Τσουκαλάς Κ., Είδωλα πολιτισμού, Εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 288).

Η κοινωνική ιστορία δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η πάλη των τάξεων (Μαρξ). Και η απεργία, συνιστώσα της πάλης των τάξεων. Δεν συναρπάζει πλέον ο όρος (πάλη των τάξεων); Είναι «παρωχημένος»; Να τον αλλάξουμε, αλλά δεν μπορούμε να τον αγνοήσουμε. Και αν η κοινωνική ιστορία μετουσιώνεται, σκοπίμως, σε πολιτική «ιστορία», γι’ αυτό η πολιτική, και η δημοκρατία, είναι συναρπαστική. Επειδή οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να διαφωνούν και να συγκρούονται, συλλογικά, σε ένα παράλληλο πεδίο, αλλά για τους ίδιους λόγους. Να διαφωνούν για το πώς πρέπει να ζουν, ποιός πρέπει να παίρνει τί, πώς πρέπει να διανέμονται η εξουσία και οι πόροι (πώς να θάψεις την πάλη των τάξεων;). Για το πώς πρέπει να επιλύονται τέτοιου είδους ζητήματα και πώς πρέπει να λαμβάνονται οι συλλογικές αποφάσεις. Αφήνουμε κατά μέρος τα περί κατοχής των μέσων παραγωγής, κλοπής της υπεραξίας και τα λοιπά σοβαρά. Δεν είναι της μόδας να μιλάμε γι’ αυτά…

Μιλώντας για συλλογικές, δηλαδή δημοκρατικές αποφάσεις, εισέρχεται αβίαστα στη συζήτηση το ζητούμενο. Με ποιόν εξοπλισμό συλλογικότητας και δημοκρατίας να αντιμετωπίσουμε σήμερα λ.χ. έναν «νόμο» για την απεργία. Οι νόμοι σας είναι η θέληση της τάξης σας! (Κομμουνιστικό Μανιφέστο). Και οι μέν, δεν διαθέτουμε συνειδητή τάξη, ούτε συλλογική θέληση. Στην Ελλάδα, βεβαίως, ούτε οι δέ διαθέτουν διακριτή κοινωνική τάξη, παρά έναν αχταρμά κοτσαμπασισμού και παρασιτικού καπιταλισμού, διαθέτουν όμως κεκτημένη «θέληση» και το κράτος. Χρειαζόμαστε όχι μια φορά, όχι δυό, αλλά τρεις και δεκατρείς απόπειρες Αριστεράς! Αν όχι να «καταλάβουμε» τα κρατικά «ανάκτορα», τουλάχιστον να μεταβάλουμε το κράτος σε συνισταμένη της ταξικής πάλης, αν έχουμε καταλάβει κάτι από τον Νίκο Πουλαντζά. Και «ένα είναι βέβαιο. Ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός».

Για να φτάσουμε, λοιπόν, στην απαιτούμενη, νιοστή Αριστερά, είναι μαθηματικά βέβαιο, απαραίτητο, να υπάρξει πρώτη και δεύτερη… Να τη θυσιάσουμε ή να θυσιαστεί, για να υπάρξουν οι επόμενες, έχει καλώς. Να ξιφουλκούμε όμως ακρίτως εναντίον της και εν τέλει να την σκοτώσουμε, μάλλον αυτοκτονούμε. Αν και, για να είμαστε ειλικρινείς, σχεδόν όλες οι ιστορικές «συνιστώσες» της ελληνικής Αριστεράς, ως προς τις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις έχουμε πρό πολλού αυτοκτονήσει.

Από το ’36 και ύστερα οι αγώνες της ελληνικής Αριστεράς έχουν να κάνουν κυρίως με το πολιτικό παρά με το κοινωνικό γίγνεσθαι. Για τη μεταξική δικτατορία, την απελευθέρωση, την μετέπειτα εμφύλια σύγκρουση, τα συνταγματικά και πολιτικά δικαιώματα, τα νησιά και τις εξορίες και πάλι για δικτατορία. Και όταν το 1981, με την οφειλόμενη εξόφληση του μετεμφυλιοπολεμικού χρέους από την πλευρά τής αστικής «Αλλαγής», θα μπορούσε με την κριτική και διεκδικητική συνδρομή μας προς αυτήν να ξανατεθούν επί τέλους σε κίνηση κοινωνικές διεργασίες, εμείς συνάπταμε μαζί της «μορατόρια» και ζητωκραυγάζαμε για την «ιστορική ήττα» της δεξιάς, και υπέρ του «προοδευτικού» συνδικαλιστικού νόμου (1264/82). Ήταν, όντως, προοδευτικός χωρίς εισαγωγικά σε πολλές διατάξεις του, μετά τη συνδικαλιστική αυθαιρεσία των Μακρήδων και την …κατάργηση της πάλης των τάξεων, από τον προϋπάρξαντα υπουργό Εργασίας Κωνσταντίνο Λάσκαρη. Ενείχε όμως μία παγίδα, την οποία ασμένως αγνοήσαμε.

Οι διατάξεις που προβλέπουν, αν δεν «προκάλεσαν», τη λειτουργία συνδικαλιστικών παρατάξεων με διαφορετικά ψηφοδέλτια και ιδεολογικές «πλατφόρμες», έχουν καταστεί από τότε η πεμπτουσία και ίσως η μοναδική άξια λόγου διάσταση της συνδικαλιστικής λειτουργίας. Στην πορεία, και παράλληλα με τις μεταλλαγές του καπιταλισμού και των εργασιακών σχέσεων, την παγκοσμιοποίηση και τα λοιπά, αποδείχθηκε ότι διέρρηξαν κάθε έννοια κοινής αντίληψης του συμφέροντος των εργαζομένων, συντροφικότητας, συλλογικότητας και κοινής δράσης. Μεταφέραμε έτσι την εναπομείνασα ταξική πάλη από το κοινωνικό πεδίο στο εσωτερικό της ίδιας μας της τάξης. Την μετατρέψαμε σε εσωτερική «πάλη παρατάξεων». Λάτρεις του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, αγνοήσαμε και αγνοούμε την προμετωπίδα του (σκόπιμα …παρατονισμένη στον τίτλο μας). Και το οπερατικό αποκορύφωμα, κάθε 1η του Μάη να εορτάζουμε τουλάχιστον δυο-τρείς «εργατικές» Πρωτομαγιές ανήμερα…

Ύστερ’ απ’ όλ’ αυτά, τί νόημα έχει σήμερα η συζήτηση περί του 50% για την κήρυξη απεργίας, και οι διχαστικές σε τόπο και χρόνο «κινητοποιήσεις» γι’ αυτό, αφού η συλλογική δημοκρατία έχει πάει προ πολλού περίπατο! Είναι σίγουρο, άλλωστε, ότι αυτή η Κυβέρνηση, αριστερή σε εισαγωγικά ή όχι, δεν θα άγγιζε καν το ζήτημα, αν δεν ήταν «προαπαιτούμενη» αναγκαιότητα. Και όμως, θα έπρεπε να το έχει κάνει. Όχι για να επιβάλει τον δεξιό, σιδηρούν (υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία) κανόνα, αλλά προς αναζήτηση του χρυσού, αριστερού κανόνος της δημοκρατίας.

Η δημοκρατία για τους αριστερούς δεν μπορεί σήμερα να εξαντλείται στον ιστορικό «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό». Επ’ αυτού, σε τί άραγε διέφεραν και διαφέρουν από τους αστούς και τους άλλους «δημοκράτες» και τους «δημοκρατικούς θεσμούς» τους; Η συλλογική δημοκρατία είναι πρωτίστως πεδίο άσκησης του αριστερού Λόγου. Και, αφού μιλάμε για συνδικαλισμό, πεδίο όπου ασκείται μετά λόγου γνώσεως το κοινό συμφέρον των εργαζομένων, που είναι και δημόσιο συμφέρον (αφού αφορά τους περισσότερους), απέναντι στους «επιχειρηματίες» του αλόγιστου κέρδους και της κοινωνικής ανισότητας. Τότε, και οι αναγκαίες αποφάσεις θα προκύψουν δημοκρατικότατα και αβίαστα, χωρίς νομοθετικές, πολιτικές ή άλλες προϋποθέσεις. Ενδεχομένως, χωρίς καν ψηφοφορίες…

Τριπολίτης

Το σχόλιό σας...

Πρόσφατα σχόλια

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ

Ουάσιγκτον 21, Τρίπολη, Τηλ. 2710238928

Email: dkomninou@ath.forthnet.gr