Το πολιτικό και το κοινωνικό

Κατά την κοινότοπη διαπίστωση, το ελληνικό κράτος ήταν υπερμέγεθες. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά όχι όπως συνήθως εννοείται, ότι δηλαδή η ελληνική οικονομία ήταν κρατική, ότι το κράτος μονοπωλούσε την παραγωγή ή ήλεγχε την αγορά. Το κράτος ήταν ο μεγαλύτερος εργοδότης, και δότης γενικά, και λειτουργούσε όχι έτσι ώστε να στήσει ένα πλαίσιο διανομής του πλούτου στην κοινωνία κατά τρόπο προβλέψιμο και αποτελεσματικό, αλλά γινόμενο μέρος της κοινωνίας. Δανειζόμενο και μοιράζοντας χρήματα σε διάφορες κατευθύνσεις συμμετείχε στη δημιουργία, ανάπτυξη και αναπαραγωγή ανεπίσημων δικτύων διανομής του πλούτου. Το χρήμα κυκλοφορούσε επί τη βάσει κομματικών/πελατειακών και προσωπικών σχέσεων, όπως οι συγγενικοί και φιλικοί δεσμοί, σχέσεις εντοπιότητας κ.ο.κ. Για μεγάλο διάστημα αυτό λειτουργούσε καλά, διότι εξυπηρετούσε πολλούς. Έτσι εξηγείται, σε έναν βαθμό, για παράδειγμα, η ανοχή στη μη εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, που επέτρεπε σε πολλούς, σε άλλους λιγότερο και σε άλλους περισσότερο, να αυξάνουν τον πλούτο τους με τρόπο ανεπίσημο. Εξηγείται επίσης και η σχετική αναλγησία με την οποία αντιμετωπίζονταν τα διαδοχικά σκάνδαλα διασπάθισης δημοσίου χρήματος. Οι ανεπίσημοι κανόνες πλουτισμού δεν ταυτίζονταν με τους κανόνες του νόμου.

Λέω πως ήταν «πολλοί» αυτοί που έμεναν ικανοποιημένοι, για να μη νομίσει κάποιος πως υπαινίσσομαι ότι στην Ελλάδα είχε αναπτυχθεί ένα ιδιότυπο σύστημα ισοτιμίας ή κοινωνικής δικαιοσύνης κατά το οποίο ο πλούτος μοιραζόταν με τρόπο αποκεντρωμένο αλλά, τελικά, δίκαιο. Κάθε άλλο. Ακριβώς επειδή η διανομή του πλούτου γινόταν κατά τρόπο ad hoc, υπήρχαν τρομακτικές ανισότητες, οι οποίες αναπαράγονταν με διάφορους τρόπους, όπως η δημιουργία ψευδοαναγκών και επιθυμιών μέσω της αγοράς, σε συνδυασμό με τον εύκολο δανεισμό τόσο για το κράτος όσο και για ιδιώτες ή την παροχή βασικών υπηρεσιών και αγαθών (υγεία, ενέργεια κλπ.) στη βάση κοινωνικών κριτηρίων. Η Ελλάδα, προ κρίσης, δεν ήταν μια δίκαιη χώρα· ήταν μια χώρα στην οποία περνούσαν αρκετοί πολίτες αρκετά καλά, ώστε να πορεύονται σχετικά ικανοποιημένοι.

Πλην των οικονομικών, και πολλές άλλες λειτουργίες του κράτους καθορίζονταν από το ίδιο πλαίσιο. Λόγου χάριν, μολονότι συνταγματικά κατοχυρωμένες εδώ και δεκαετίες, οι ατομικές ελευθερίες παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό ονομαστικές διατάξεις δικαίου, οι οποίες δεν εφαρμόζονταν ή και καταστρατηγούνταν ολωσδιόλου. Ταυτόχρονα, ενώ το κράτος έδειχνε ελάχιστο ενδιαφέρον για την τήρηση και επιβολή πολύ μεγάλου μέρους πολιτικών και νομικών υποχρεώσεων, τις επικαλούνταν με ιδιαίτερο ζήλο όποτε ήθελε να τις στρέψει εναντίον όσων απειλούσαν την κοινωνική –και όχι πολιτική– σταθερότητα (…).

Ο διαχωρισμός του πολιτικού και του κοινωνικού έχει ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό, αλλά πραγματοποιείται με βιαιότερο τρόπο τα τελευταία δυο-τρία χρόνια (…).

Ο κατακερματισμός του κοινωνικού και η αυτονόμηση του πολιτικού προκαλούν ή διογκώνουν προϋπάρχουσες εντάσεις. Τα παραδείγματα είναι πολλά· θα αναφέρω μόνο δύο. Πρώτον, όσοι χάνουν προνόμια τα οποία τους είχαν αποδοθεί στη βάση του ancien regime, δηλαδή όχι στο πλαίσιο κάποιας πολιτικής σύλληψης της δικαιοσύνης, ξεσηκώνονται και διεκδικούν την επιστροφή των προνομίων. Προκαλούνται έτσι συγκρούσεις με όσους θεωρούν την πολιτική της λιτότητας ως δικαιολογημένη ανατροπή της πρότερης κατάστασης. Δεύτερον, η αδυναμία του ελληνικού κράτους να απονείμει δικαιοσύνη, τόσο στους φορείς πολιτικών δικαιωμάτων όσο και σε εκείνους με δικαίωμα παραμονής, αλλά και να μεταχειριστεί τους παρανόμως διαμένοντες στην χώρα με τον σεβασμό που αρμόζει σε ανθρώπους, έχει δώσει έρεισμα σε νεοφασιστικές και νεοναζιστικές οργανώσεις, οι οποίες γίνονται συμπαθείς σε πολλούς επειδή προσφέρουν «κοινωνικό έργο», έστω και με τη βία (προστατεύοντας «αγνούς και καθαρούς Έλληνες» από τους «μιαρούς μετανάστες» και τα λοιπά γνωστά).

Παντοκρατορία της αγοράς ή επιστροφή στην προνεωτερικότητα;

Η Ελλάδα βρίσκεται λοιπόν στο ρήγμα μεταξύ των τεκτονικών πλακών του πολιτικού και του κοινωνικού. Ποιες επιλογές απομένουν για το μέλλον;

Ένα δίλημμα επιβάλλεται ολοένα και περισσότερο στον πολιτικό διάλογο σιωπηρά και κεκαλυμμένα. Όχι το δίλημμα «Μνημόνιο ή όχι», αλλά κάτι το οποίο είναι λογικά πρότερο και μακροπρόθεσμα σημαντικότερο, διότι αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους και στον τρόπο με τον οποίο θέλουμε την απεξάρτηση από τους δανειστές,. Από τη μια διαδίδονται νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα, κατά τα οποία η Ελλάδα πρέπει να παραδοθεί στο είδος του πολιτικού που επιβάλλει ο ανεξέλεγκτος καπιταλισμός. Είναι πολλοί εκείνοι που μηρυκάζουν επιχειρήματα περί ορθολογικότητας της ανταγωνιστικότητας και της αγοράς και άλλα συναφή και μάλιστα ως μονόδρομο. Η αγορά, πιστεύουν, θα φροντίσει και για την ευημερία και για τη δικαιοσύνη (μόνο οι «τεμπέληδες» θα μείνουν απέξω, και θα τους αξίζει).

Από την άλλη, έχουμε εκείνους που επιθυμούν την επιστροφή στην προνεωτερικότητα και την επαναταύτιση του κοινωνικού με το πολιτικό. Εκ δεξιών ακούγονται φωνές για την επιστροφή στο έθνος και τη θρησκεία. Εξ ευωνύμων ακούμε μαξιμαλισμούς για τη διάκριση μεταξύ τυπικής και ουσιαστικής νομιμοποίησης και την αναπαραγωγή ιδεών περί άμεσης δημοκρατίας ως της μοναδικής μορφής πολιτεύματος που μπορεί να εγείρει αξιώσεις νομιμοποίησης, περί διακυβέρνησης μέσω τοπικών συνελεύσεων κ.ο.κ. Αποκτά βαρύτητα η ρομαντική ελπίδα ότι θα ξυπνήσουμε όλοι μια μέρα τόσο αισθανόμενοι ότι τελούμε υπό πολιτικά καθήκοντα που πηγάζουν από την ισότητα και την ελευθερία όσο και κινητοποιημένοι εξ αυτών των αξιών και καθηκόντων (…).

Καμία από τις δύο αυτές λύσεις δεν είναι ούτε σωστή ούτε και κατάλληλη. Η επιστροφή στην προνεωτερικότητα θα είναι καταστροφική. Χωρίς στιβαρούς πολιτικούς θεσμούς, όχι μόνο δεν είναι δυνατή η κοινωνική δικαιοσύνη αλλά υπάρχει και ο κίνδυνος να γίνουν εκ νέου και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο στο παρελθόν έρμαιο των ορέξεων της πλειοψηφίας κάθε είδους μειονότητες, οι οικονομικά ασθενέστεροι και πολλοί άλλοι. Αλλά και το νεοφιλελεύθερο όραμα της παντοκρατορίας της αγοράς και του ανταγωνισμού δεν είναι λύση. Αυτές οι ιδέες έχουν αποτύχει τόσο στη θεωρία, διότι βασίζονται σε μια στρεβλή σύλληψη του προσώπου και της αξίας του, του ορθού λόγου και του ευλόγου όσο και στην πράξη – άλλωστε, η κατάρρευση της καπιταλιστικής αγοράς δεν είναι που οδήγησε στην παγκόσμια οικονομική κρίση το 2008;

Συνεργατικότητα και όχι ατομικιστική ανταγωνιστικότητα

Ποια είναι λοιπόν η λύση, αφού ούτε να επανασυσταθεί το ελληνικό κράτος εκ νέου γίνεται αλλά ούτε και να συνεχίσει στον δρόμο στον οποίο την σέρνουν οι αγορές; Ελλείψει χώρου δεν μπορώ μπω σε λεπτομέρειες και πρέπει δυστυχώς να αρκεστώ σε κάποιες γενικότητες.

Το πλαίσιο του πολιτικού υπάρχει ήδη, έστω αν κι έχει στρεβλωθεί στην εφαρμογή του. Η Ελλάδα, ως συντεταγμένη πολιτική κοινότητα, είναι ήδη βασισμένη στην προϋπόθεση ότι όλοι οι πολίτες αναγνωρίζουν αλλήλους ως φορείς επιθυμιών και ικανούς να υιοθετούν αξίες και να δρουν στη βάση αυτών των επιθυμιών και αξιών. Το ότι η Ελλάδα είναι συνταγματική δημοκρατία προϋποθέτει ότι οι πολίτες της θεωρούν εαυτούς και αλλήλους ως ισότιμους συμμέτοχους στην κατασκευή μιας πολιτικής κοινότητας. Και το πιο σημαντικό είναι ότι αυτές τις προϋποθέσεις δεν μπορεί να τις αρνηθεί κάποιος που είναι ήδη μέρος της πολιτικής κοινότητας, ακριβώς επειδή προαπαιτούνται. Εκτός, βέβαια, αν αρνείται αυτή την βασική υπόθεση του πολιτικού κι επιθυμεί την διάλυση του τελευταίου ολωσδιόλου με τη βία.

Σκοπός όμως αυτής της κοινότητας δεν μπορεί να είναι η ατομικιστική ανταγωνιστικότητα αλλά, απαραιτήτως, η συνεργατικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ιδιωτική προτίμηση υποτάσσεται στο σύνολο, αλλά ότι συνεργάζονται όλοι για να δημιουργήσουν ένα πολιτικό και, σε δεύτερη φάση, θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα εγγυάται ότι θα μπορούν όλοι να ζήσουν κατά τρόπο ολοκληρωμένο, χωρίς να επιβάλουν τις απόψεις τους περί ευδαιμονίας στους άλλους. Αυτό το πλαίσιο δεν είναι μόνο αφηρημένο και κενό περιεχομένου. Είναι πηγή βασικών πρακτικών αρχών και ήδη εν μέρει προκαθορίζει μια θεσμική δομή, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων: την εγγύηση ενός ελαχίστου επιπέδου ευημερίας για όλους και εξομάλυνση των τεραστίων ανισοτήτων στη διανομή του πλούτου× θεσμούς δημοκρατικής συμμετοχής πιο εύρωστους και ουσιαστικούς από το τακτικό δικαίωμα, απλώς, του εκλέγειν· απονομή πολιτικών δικαιωμάτων στους μετανάστες που συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή της χώρας, και όχι εκδίωξή τους, και ταυτόχρονα μεταχείριση του κύματος μετανάστευσης με την ευθύνη μια δημοκρατίας η οποία έχει εξωτερικές κι όχι μόνο εσωτερικές υποχρεώσεις (κι αυτό δεν αποκλείει ρεαλιστικές λύσεις)× τον λειτουργικό και συμβολικό διαχωρισμό κράτους και θρησκείας· τον περιορισμό της καταστολής και την αυστηρή τήρηση του κράτους δικαίου. Μόνο σ’ αυτή τη βάση θα μπορέσει η Ελλάδα να ανακτήσει την αυτονομία της για τους σωστούς λόγους και με προοπτική σταθερότητας.

Τέλος, δύο σύντομες, αλλά σημαντικές σημειώσεις. Πρώτον, έστω κι αν πρέπει η αρχή να γίνει τοπικά, η συνέχεια επιβάλλεται να είναι διεθνής. Η λύση δεν είναι ο εθνικός απομονωτισμός, αλλά η διεθνής συνεργασία επί τη βάσει των αρχών της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεύτερον, και σημαντικότερο, πρέπει ο καθένας κι η καθεμία ξεχωριστά να σκεφτεί ποιες πολιτικές υποχρεώσεις πηγάζουν από το γεγονός ότι είναι μέλη μιας πολιτικής κοινότητας. Τότε θα πρέπει όλοι να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούν να βλέπουν τους άλλους ως «ξένους», με οποιαδήποτε έννοια της λέξης, αλλά ως ίσους συμμετόχους στην πολιτική κοινότητα. Χωρίς αυτή την αμοιβαία αναγνώριση και την αίσθηση της ευθύνης που γεννά, δεν είναι δυνατός κανένας αγώνας για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Και στο άμεσο μέλλον αυτό επιβάλλει τουλάχιστον να αποδοκιμαστούν όσοι επιθυμούν να διαιωνίσουν διαιρέσεις που θέτουν τέτοια εμπόδια στην ανάπτυξη μιας κοινωνικά δίκαιης δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Πηγή: ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΡΗΣ, επίκαιρα αποσπάσματα άρθρου του 2012

Το σχόλιό σας...

Πρόσφατα σχόλια

ωΡΑ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ

Ουάσιγκτον 21,Τρίπολη

Τηλ. 2710238928