Η «διάκριση» των εξουσιών

Μοντεσκιέ (1689-1755) και διάκριση των εξουσιών σήμερα…

Με αφορμή τις «αλληλοεπεμβάσεις» των εξουσιών, συμπεριλαμβανομένης και της «τετάρτης εξουσίας», λ.χ. για το περίφημο «πόθεν έσχες», ίσως είναι ενδιαφέρον να κάνουμε λόγο για τη μεταξύ τους «διάκριση», με κάποια απόσταση από τη συγκυρία. Η διάκριση των εξουσιών, φιλοσοφικό κατά το πλείστον παρά οργανωμένο σχήμα της πολιτικής θεωρίας και πράξης, ως έννοια πρωτοσυναντάται στην Αρχαία Ελλάδα. Και ζητούμενο από τον Όμηρο έως τον Αριστοτέλη και από τον Μοντεσκιέ έως τους καθ’ ημάς συγχρόνους Αλέξανδρο Σβώλο και Αριστόβουλο Μάνεση. Στον Μοντεσκιέ οφείλουμε, άλλωστε, την πρώτη ρητή διάκριση των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική  και δικαστική. Η «προσθήκη» της τέταρτης εξουσίας (υποτίθεται ότι) νομιμοποιείται ως ότι ο Τύπος αποτελεί αντίρροπο της κοινωνίας και του δημοσίου (συμφέροντος) προς τις άλλες τρεις εξουσίες. εξ ού και η καταχρηστική τρόπον τινά ελληνική απόκληση των λειτουργών του ως δημοσιογράφων.

Είναι όμως έτσι; Η πρώτη ένσταση και δυσκολία προκύπτει από το πόθεν αντλεί η εξουσία, εν προκειμένω τρεις-τέσσερις εξουσίες, την Αρχή.  Στις σύγχρονες πολιτικές κοινωνίες έχουμε δεχθεί ότι η Αρχή από την οποία αντλείται η εξουσία είναι ο λαός. Από το λαό, για το λαό, μέσω του λαού και τα λοιπά. Μια κάπως συγκεχυμένη νοηματικά και πρακτικά φράση, που αποδίδεται στον Αβραάμ Λίνκολν. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν καταλάβει ότι και αυτή είναι μια υπερβατική αρχή, γι’ αυτό ίσως αποτάθηκαν στην …τύχη (κλήρωση). Αλλά, για ποιά ακριβώς εξουσία υποτίθεται ότι αποφασίζει ο λαός;

Στις δυτικές, κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, με κάποια εξαίρεση τη γαλλική, ο λαός αποφασίζει με την ψήφο του την εκλογή αντιπροσώπων του (βουλευτών) για την αυθυπαρξία μιάς εκ των προειρημένων εξουσιών, της νομοθετικής. Και σωστά, θα λέγαμε, αφού, πέραν των άλλων παραγομένων αποτελεσμάτων της νομοθετικής εξουσίας (λ.χ. η αρχή της δεδηλωμένης για τη λειτουργία της εκτελεστικής), εκ της ετυμολογίας προκύπτει ότι κύριο έργο της νομοθετικής είναι η θέσπιση των νόμων, που (υποτίθεται) είναι υπεράνω όλων. Και εδώ αρχίζει η σύγχυση, σύγχυση εκ κατασκευής, θα λέγαμε. μέσα στην οποία και διά της οποίας ωστόσο αναπτύσσονται οι σκοπιμότητες, οι διαπλοκές και οι αλληλοεπεμβάσεις των «διακρινομένων» εξουσιών, ιδιαίτερα σε κοινωνίες με πολιτική και οικονομική υστέρηση. Μόνον, ίσως, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής υπάρχει λειτουργική διάκριση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας, με την εκλογή του εκτελεστικού  Προέδρου απ’ ευθείας από τον λαό. Από την σχεδόν απόλυτη διάκριση των εν λόγω δύο εξουσιών, φαίνεται ότι εξασφαλίζεται εκεί και η αυθυπαρξία της τρίτης, της δικαστικής. Αλλά εκεί γεννήθηκε ένας κράτος κυριολεκτικά από την αρχή και από «πατέρες» πού ήξεραν τί ζητούσαν.

Όπως παρατηρεί ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Αντώνης Μανιτάκης ( βλ. Όμιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης»): «Για να εκπληρωθούν οι τρείς αυτές διαφορετικές, ποιοτικά, λειτουργίες του κράτους, με τρόπο που να αποτρέπεται ο δεσποτισμός και η κατάχρηση της εξουσίας με την συγκέντρωσή τους σε ένα πρόσωπο ή σε ένα κρατικό όργανο, θα πρέπει, κατά την φιλελεύθερη αντίληψη του κράτους και τη συνταγματική οργάνωση της εξουσίας του, κάθε λειτουργία να έχει ανατεθεί σε διαφορετική κρατική εξουσία και να ασκείται από διαφορετικό κρατικό όργανο». Και παρακάτω: «Οι τρείς, επομένως, κρατικές εξουσίες θα πρέπει να είναι έτσι οργανωμένες ώστε το όργανο που θεσπίζει το νόμο ή τον κανόνα δικαίου να μην μπορεί να τον εκτελεί ούτε να μπορεί το ίδιο να δικάζει με βάση τον κανόνα που το ίδιο θέσπισε. Αυτό είναι βέβαια ένα ιδεατό σχήμα, μια ιδεατή αφετηρία οργάνωσης των εξουσιών, που, όπως όλα τα ιδεατά σχήματα, δεν ταυτίζονται με την πραγματικότητα, αν και φιλοδοξούν να τη ρυθμίσουν. Ενίοτε μάλιστα απέχουν πολύ από αυτήν».

Αν είναι έτσι, ή κάπως έτσι, είναι μάλλον πολιτική ευχή και αέναο ζητούμενο η διάκριση και «ανεξαρτησία» των εξουσιών, παρά τα εν μέρει λειτουργικά αποτελέσματά της. Στην καλύτερη περίπτωση, πάλι κατά τον Αντώνη Μανιτάκη (ό.π.), «το ιδεατό αυτό σχήμα όχι μόνον άντεξε στο χρόνο και αποδείχθηκε λειτουργικό, αλλά ακόμη και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς, ακόμη και όταν απορρίπτεται ως ξεπερασμένο».

Πού εντοπίζονται οι δυσλειτουργίες της διάκρισης των εξουσιών; Πρώτα-πρώτα, στο γεγονός ότι η εκτελεστική εξουσία, παρ’ ότι δηλώνεται από την νομοθετική, αυτονομείται για ευνόητους λόγους και παρά τους νόμους, ως περίπου …ιδιοκτήτρια και άμεση διαχειρίστρια του κράτους. Η δέ συνταγματική διαπλοκή της με την νομοθετική (υπουργοί που είναι παράλληλα βουλευτές και τα λοιπά), καθώς και η άκρατη νομοθετική ως μη ώφειλε «πρωτοβουλία» της υποβαθμίζουν τον ρόλο της νομοθετικής και «με το νόμο» καλλιεργούν το πελατειακό κράτος και την εξυπηρέτηση των οικονομικά ισχυρών κοινωνικών ομάδων. Τουλάχιστον στα καθ’ ημάς.

Η δέ δικαστική εξουσία, παρά την συνταγματική «ανεξαρτησία» της, είναι απολύτως εξηρτημένη από τις άλλες δύο και ιδιαίτερα την εκτελεστική. Η εξουσία της δεν «πηγάζει» από την λαϊκή κυριαρχία, παρά μόνο μέσα από συνταγματικές διακλαδώσεις. Αν διατηρεί κάποια αυθυπαρξία, αυτή πηγάζει από το «ιδεατό (κατά τον Αντώνη Μανιτάκη) σχήμα» της διάκρισης των εξουσιών, «συνταγματικώς» βεβαίως κατοχυρωμένο, την πανάρχαια αντίληψη τού ανθρώπου περί δικαιοσύνης και το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αν βεβαίως η ιδία θεωρεί το τελευταίο έναν από τους παράγοντες της λειτουργία της.

Συμβαίνει, όμως, καμμιά φορά, οι κατέχοντες την καθ’ αυτό τριαδική Εξουσία (άλλο κυβέρνηση, άλλο εξουσία…) να «χάνουν» ή να νομίζουν ότι χάνουν τα κομμάτια της που «πηγάζουν» από το λαό. Τότε, ιεροποιούν την «αδέκαστη» δικαστική εξουσία και οχυρώνονται πίσω απ’ αυτήν. Έχουν, μάλιστα, φροντίσει «συνταγματικώς» να την ενισχύσουν ως προς αυτό με οχυρωματικά έργα, λ.χ. τις λεγόμενες «ανεξάρτητες αρχές», και με τις υπηρεσίες τής πολλά αμειβόμενης θεραπαινίδος «τετάρτης εξουσίας»…

Η συζήτηση όμως εδώ αλλάζει. Από ευγενής αστική συζήτηση περί κράτους δικαίου και τα λοιπά, μπαίνει σ’ άλλα χωράφια, με μαραμένες κόκκινες παπαρούνες που κάθε Άνοιξη ξανανθίζουν κατακόκκινες.

Τριπολίτης

ΣΧΟΛΙΑ 5

  1. Ανώνυμος, 20 Δεκεμβρίου 2017, 09.22΄

    Δηλαδή εδώ αρχίζει η συζήτηση περί επαναστατικού δικαίου;

  2. Νίκος Πολίτης, 20 Δεκεμβρίου 2017, 19.14΄

    Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα η Δικαιοσύνη μέχρι τις μέρες μας, σπάνια διαχωρίσθηκε από την κυρίαρχη άποψη του πολιτικού συστήματος (υπόθεση Λαμπράκη). Σήμερα που δεν φαίνεται να υπάρχει ταυτότητα μεταξυ της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, η Δικαιοσύνη λειτουργεί με το νόμο της αδράνειας. Ασφαλώς η απονομή της δικαιοσύνης δεν επιδέχεται μία ανάγνωση. Πώς δικαιολογείται άλλωστε η απόφαση για την συνταγματικότητα η μή ενός νόμου με οριακή πλειοψηφία από το Ανώτατο Δικαστήριο;

  3. Συνταξιούχος δικηγόρος, 22 Δεκεμβρίου 2017, 19.46΄

    Στόν τόπο μας, ἐδῶ καί κοντά διακόσια χρόνια, ἔχουν γίνει χίλια καί ἀπίθανα πράγματα. Ἔχουν ἀλλάξει σχεδόν τά πάντα, σέ ὅλα τά πεδία. Ἐκτός ἀπό ἕνα. Δέν ἔχει ἀλλάξει οὐσιαστικά τίποτα στό πεδίο τοῦ πολιτικοῦ συστήματος (προσοχή, δέν λέω: τοῦ κοινωνικοῦ συστήματος), πού αὐτάρεσκα συμπυκνώνεται γύρω ἀπό τήν περίφημη «ἀρχή τῆς δεδηλωμένης» καί τό περιβόητο πλέον «κοινοβουλευτικό (πελατειακό) πολίτευμα».

    Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς ἐπιμένουμε νά ἀγνοοῦμε. Ὅτι δημοκρατικό πολίτευμα δέν εἶναι μόνο τό κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Ὅτι, ἐπί τέλους, ἡ διάκριση τῶν ἐξουσιῶν, καί ἰδιαίτερα ἡ λειτουργία τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὀφείλουν νά ἀποκτήσουν νόημα. Ἀφ’ ἑνός, νά πάψει ἡ νομοθετική ἐξουσία νά συμπλέκεται μέ τήν ὑπαρξιακή ὑπόσταση τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καί μέ ἀφετηρία ἕνα ἐκλογικό σύστημα ἁπλῆς ἀναλογικῆς, νά ἀσκήσει τήν καθ’ αὐτό ἐξουσία/λειτουργία της, τήν νομοθετική. Μέσα σέ πλαίσια εὐθείας καί δικαίας ἐκπροσώπησης τῶν πολιτῶν, καί ἀναγκαστικά μέ πνεῦμα συναίνεσης καί γιατί ὄχι διαφανῶν συμβιβασμῶν.

    Ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἡ ἐκτελεστική ἐξουσία νά μήν ἐξαρτᾶ τήν ὕπαρξη καί ἀποτελεσματικότητά της ἀπό τήν «κοινοβουλευτική» πλειοψηφία (νοθευμένη σέ σχέση μέ τήν θέληση τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος), ἀλλά ἀπό μία ἄμεση νομιμοποίηση μέ τήν ἀπόλυτη πλειοψηφία τοῦ λαοῦ. Μιλάω, δηλαδή, γιά ἕναν ἐκλεγμένο ἀπ’ εὐθείας ἀπό τόν λαό κυβερνήτη, ὁ ὁποῖος χωρίς κοινοβουλευτικό/κομματικό κόστος θά ἐφαρμόζει τούς νόμους πού ὁ λαός διά τῶν ἐκπροσώπων του θά ἔχει ψηφίσει. Ἕναν κυβερνήτη ὑπόλογο ἀπ’ εὐθείας σ’ αὐτούς πού τόν ἐξέλεξαν. Οἱ κοινωνίες καί ἡ πολιτική τους διαχείριση ἔχουν σήμερα γίνει πολύπλοκες καί ἀπαιτοῦν ἄλλα πολιτικά ἐργαλεῖα.

  4. nick.lyk, 23 Δεκεμβρίου 2017, 11.07΄

    Η εκτελεστική εξουσία δεν εφαρμόζει μόνο τους νόμους, αλλά ασκεί και πολιτική. Ο απευθείας από το λαό εκλεγμένος πρόεδρος δεν υπάρχει ενδεχόμενο να επηρεάζεται από διάφορα lobbies ή και συμφέροντα; Και καλά αν είναι «πεφωτισμένος». Άν προκύψει «νους συσκοτισμένος» όπως ο Τράμπ τι γίνεται; Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Κων. Καραμανλής, παρ’ ότι πρόεδρος χωρίς εκτελεστική εξουσία, δήλωσε δακρύων «η Μακεδονία είναι μία κι είναι Ελληνική», θέση που μας στοιχειώνει ακόμη και σήμερα. Στην εποχή του Καπποδίστρια ίσως είχε νόημα.

    • Τριπολίτης, 23 Δεκεμβρίου 2017, 14.57΄

      Τα επιχειρήματά σου είναι αδύναμα. Πρώτον, φυσικά και θα ασκεί πολιτική ο εκλεγμένος Πρόεδρος, αλλά μέσα στα πλαίσια των νόμων που έχει θεσπίσει η νομοθετική εξουσία. Δεύτερον, προτιμότερο να επηρεάζεται ένας, ορατός και ελέγξιμος πολιτειακός παράγων από λόμπυ και συμφέροντα, παρά ένας ανεξέλεγκτος συρφετός εξουσίας. Τρίτον, αν αποδειχθεί επικίνδυνος ή ανίκανος ο εκλεγμένος από το λαό Πρόεδρος, θα υπάρχουν στο Σύνταγμα ασφαλιστικές δικλείδες.

Το σχόλιό σας...

Πρόσφατα σχόλια

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ

Ουάσιγκτον 21, Τρίπολη, Τηλ. 2710238928

Email: dkomninou@ath.forthnet.gr