Το μακεδονικό από αριστερά…

Ελληνομακεδονικό…

Το λεγόμενο «μακεδονικό» ή αλλιώς «σκοπιανό», δηλαδή το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού εκείνου του κράτους «χωρίς όνομα» που βρίσκεται στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, εντάσσεται στα λεγόμενα εθνικά θέματα. Αναδείχτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν μετά τη διάλυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, τα διάφορα κρατίδια που την συναποτελούσαν αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Έτσι, η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας αποφάσισε, τί άλλο, να μετασχηματιστεί σε Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το ελληνικό κράτος αντέδρασε με έναν πρωτόγνωρο τρόπο, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση συνιστά εθνική απειλή.

Η αλήθεια είναι πως ο μακεδονικός εθνικισμός κυριάρχησε στο νέο κράτος, που αναζητούσε μια νέα πολιτική και ιστορική ταυτότητα. Οπότε οι Έλληνες «μακεδονομάχοι» μπορούσαν εύκολα να βρουν πατήματα σε εθνικές προκλήσεις και απειλές των συνόρων μας. Αυτό που συνέβη είναι ότι ο μακεδονικός εθνικισμός έκανε το εξής, όχι και τόσο πρωτόγνωρο για εθνικισμό. Έκλεψε τμήμα της ιστορίας από τον ελληνικό εθνικισμό ή, αλλιώς, οι δύο εθνικισμοί, ελληνικός και μακεδονικός, διεκδικούσαν το ίδιο ιστορικό παρελθόν, συγκεκριμένα το παρελθόν του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του αρχαίου μακεδονικού κράτους. Πρόκειται λοιπόν για μια υπόθεση που λίγο σχετίζεται με πραγματικές απειλές και πολύ περισσότερο αφορά τις εθνικές ταυτότητες όπως αυτές διαμορφώνονται από την οικειοποίηση ιστορικών παρελθόντων. Επειδή στα ζητήματα εθνικισμού δεν είναι ο ορθός λόγος που λειτουργεί, αλλά η ιδεολογική πρόσληψη, αντιλαμβάνεται κανείς πως τα ορθολογικά επιχειρήματα δεν έχουν πολλή σημασία. Αποτελεί πάντως ένα ερώτημα, με ποιόν τρόπο πρέπει κανείς να προσεγγίσει αυτό το θέμα. Νομίζω ότι είναι τρία τα επίπεδα πρόσληψης του ζητήματος.

Το πρώτο είναι αμιγώς πολιτικό και αφορά τη συγκυρία, αλλά και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς θεσμούς. Το «κράτος δίχως όνομα» θέλει να αποκτήσει ένα όνομα, για να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ και αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΝΑΤΟ λοιπόν προωθεί έναν συμβιβασμό που θα επιτρέψει την ιμπεριαλιστική ενίσχυσή του, με την ενσωμάτωση ενός κρατιδίου που ούτως ή αλλιώς βρίσκεται υπό την άμεση αμερικανική επιρροή. Η αναζήτηση απάντησης σ’ αυτό το ερώτημα είναι πρώτα-πρώτα σωστή επιλογή. Οι λαοί των δύο κρατών δεν έχουν να κερδίσουν τίποτε από μία τέτοια συμμετοχή και πρέπει να σταθούν απέναντι σε κάθε ιμπεριαλιστικό θεσμό και από κοινού να αναπτύξουν ένα αντιμπεριαλιστικό κίνημα. Ωστόσο, αν κανείς μείνει μόνο σε αυτήν την πλευρά του θέματος, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να κλείνει γλυκά το μάτι στον ελληνικό εθνικισμό, γιατί δεν απαντάει στα άλλα μέρη του θέματος που είναι ίσως τα κυριώτερα. Γιατί σε τελική ανάλυση το ερώτημα, ποιό είναι το όνομα αυτής της χώρας, παραμένει ανοικτό και θα πρέπει να υπάρχει σαφής απάντηση.

Το δεύτερο θέμα αφορά το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού μιάς εθνότητας. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους και κάθε εθνότητας, είτε μας αρέσει είτε όχι, να αυτοπροσδιορίζεται όπως θέλει, αλλά και να πιστεύει ό,τι θέλει για τον εαυτό του και να κουβαλάει όποια ταυτότητα επιθυμεί. Από αυτήν την άποψη, είναι αναφαίρετο δικαίωμα του «κράτους χωρίς όνομα» να αυτοπροσδιοριστεί ως Μακεδονία και η εθνότητα χωρίς ταυτότητα να αυτοχαρακτηριστεί ως μακεδονική, και φυσικά κανένας δεν μπορεί να τους απαγορεύσει να πιστεύουν ότι προέρχονται απευθείας από το αρχαίο μακεδονικό κράτος και τον Μεγαλέξανδρο. Επίσης, όμως, από μία άλλη άποψη, είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους που αισθάνεται ότι η ιδεολογία μιάς γειτονικής χώρας είναι επιθετική, να ζητήσει διασφάλιση των συνόρων και ειρηνική συνύπαρξη.

Με άλλα λόγια, το θέμα του εθνικισμού της γείτονος χώρας μάς αφορά το ίδιο εξίσου και με τον εθνικισμό της δικής μας χώρας, γιατί πολύ απλά οι δύο εθνικισμοί αλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπώς, οι λαοί και των δύο χωρών θα πρέπει από κοινού να αναπτύξουν ένα αντιεθνικιστικό και φιλειρηνικό κίνημα, ενώ παράλληλα θα αναγνωρίζουν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της κάθε εθνότητας. Και πάλι όμως η ουσιαστική πλευρά του θέματος, δηλαδή η καταγωγή των σύγχρονων Μακεδόνων, παραμένει έξω από τη συζήτηση. Αν αποφασίσουμε να μην εμπλακούμε καθόλου σ’ αυτή την συζήτηση, πιστεύοντας ότι είναι ένα θέμα που αφορά τους γείτονες μόνο, τότε κλείνουμε το μάτι πάλι και στους δύο εθνικισμούς. Όμως αυτό είναι το πιο σημαντικό θέμα που χωρίζει τις δύο εθνότητες.

Το τρίτο επίπεδο είναι λοιπόν το πιο σημαντικό και αφορά στην ίδια τη συζήτηση, για το ποιός είναι πιο πολύ Μακεδόνας. Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ζήτημα χρειαζόμαστε κριτική προσέγγιση του εθνικιστικού φαινομένου γενικά και μετά να το εξειδικεύσουμε σε κάθε εθνότητα-κράτος. Χρειάζεται δηλαδή μια αποδόμηση συνολικά του εθνικισμού. Και αυτή η αποδόμηση θα πρέπει να αφορά και στους δύο εθνικισμούς. Και αφορά και στους δύο, γιατί ο μακεδονικός εθνικισμός ουσιαστικά αντιγράφει τον ελληνικό και φτιάχνει ένα έθνος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ελληνικού. Θα έλεγε κανείς ότι κλέβει την εθνικιστική πατέντα που εισήγαγε ο ελληνικός εθνικισμός πρώτος στα Βαλκάνια.

Η απάντηση λοιπόν είναι λίγο σύνθετη. Ξεκινάει από την απλή παραδοχή ότι καμία από τις δύο εθνότητες δεν είναι απευθείας απόγονος της αρχαίας ελληνικής μακεδονικής εθνότητας, για τον πολύ απλό λόγο ότι κανένα κράτος, εκτός ίσως από το κινεζικό, ή εθνότητα, εκτός ίσως από την ιαπωνική, δεν έχει μια τόσο παλιά ιστορία απευθείας συνέχειας. Είναι λοιπόν παράλογο και ανορθολογικό να συζητάμε για κάτι τέτοιο. Από την άλλη, όμως, στα πλαίσια της ιστορικής διαδοχής των πολιτισμών, κάθε εθνότητα ή κράτος της περιοχής έχει το δικαίωμα να αναφέρεται σε παλαιότερους πολιτισμούς που έζησαν στην ίδια περιοχή. Γιατί πολύ απλά αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά έτσι όπως συνέβησαν, σήμερα θα ήμασταν διαφορετικοί. Είμαστε λοιπόν αυτό που είμαστε σήμερα, γιατί μεταξύ άλλων κάποτε στο απώτατο παρελθόν φτιάχτηκε το μακεδονικό κράτος. Η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιάς τέτοιας ιστορικής διαδοχής. Αν δεν είχαν μεσολαβήσει κάποιες πολύ σύγχρονες καταστροφές, θα μπορούσε κανείς να βρει χρήσεις στην πόλη με άμεση καταγωγή στην εποχή της αρχαιότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Θεσσαλονίκη ήταν πάντοτε ελληνική, τουλάχιστον με τον τρόπο που το εννοεί ο ελληνικός εθνικισμός. Το παρελθόν της όμως καθορίζει το παρόν με διάφορους τρόπους.

Ο ελληνικός εθνικισμός ενσωμάτωσε λοιπόν σταθερά στη δική του ιστορική αφήγηση μια σειρά από ιστορικά παρελθόντα, μεταξύ των οποίων και την αρχαία Μακεδονία. Συγκεκριμένα, αυτό έλαβε χώρα περίπου στα 1840, με καταληκτικό έργο την ιστορία του Παπαρρηγόπουλου στα 1850. Πολλοί Έλληνες φιλελεύθεροι ιστορικοί της εποχής θεωρούσαν το μακεδονικό κράτος βαρβαρικό και ξένο προς τα άλλα ελληνικά κράτη της αρχαιότητας στα οποία εξαρχής είχε βασιστεί ο ελληνικός εθνικισμός. Ουσιαστικά, είχαν υιοθετήσει, θα έλεγε κανείς, την αντιμακεδονική οπτική μιάς μερίδας δημοκρατικών της αρχαίας κλασικής Αθήνας και θεωρούσαν τους αρχαίους Μακεδόνες κατακτητές της Ελλάδας. Οι ιστορικοί αυτοί ενέτασσαν τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο στην ίδια κατηγορία κατακτητών με τους Ρωμαίους, τους Βυζαντινούς και τους Οθωμανούς. Η ενσωμάτωση όμως του μακεδονικού αρχαίου κράτους στην ελληνική ιστορία έγινε εφικτή και μάλιστα δέθηκε με ένα πολύ συνεκτικό ιστορικό αφήγημα. Απ’ αυτή την άποψη, είναι πάντα δύσκολο για άλλους νεότευκτους εθνικισμούς να διεκδικήσουν κάτι που έχει πατενταριστεί ήδη εθνικά και μάλιστα από ένα πολύ πιο ισχυρό πολιτικά και πολιτισμικά έθνος κράτος, όπως το ελληνικό, στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ευρώπης.

Εξάλλου, υπάρχει μια δόση πραγματικής σχέσης, με την έννοια της διαδοχής πολιτισμών ανάμεσα στο ρουμ μιλλέτ  και την αρχαία ελληνιστική ανατολή (μιλλέτ  = πληθυσμός προσδιορισμένος με βάση τη θρησκεία, ρουμ μιλλέτ  = οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Το ρουμ μιλλέτ  είναι ο κληρονόμος του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, δηλαδή το βυζαντινό κράτος, το οποίο είναι κληρονόμος του ελληνιστικού πολιτισμού, ο οποίος συγκροτήθηκε μέσα από την επέκταση του αρχαίου μακεδονικού κράτους και τη χρήση της αττικής διαλέκτου. Από αυτήν την άποψη, ο ελληνικός εθνικισμός, ως βασικός κληρονόμος της παράδοσης του ρουμ μιλλέτ, με μια έννοια βρίσκεται σε πιο ευνοϊκή θέση να επινοεί μια αφήγηση ιστορικής συνέχειας.

Η μακεδονική εθνότητα χρειάζεται να κάνει μερικά ιστορικά άλματα, καθώς πρέπει να επινοήσει το πάντρεμα της αρχαίας μακεδονικής εθνότητας με τους νεότερους Σλάβους που ήρθαν στην περιοχή. Το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε μια βιολογική-πολιτισμική πρόσληψη της συνέχειας και είναι τόσο σχετικό με την πραγματικότητα όσο και οι αντίστοιχες ελληνικές απόψεις, αυτές δηλαδή που θεωρούν τον σημερινό ελληνικό πληθυσμό της Μακεδονίας απευθείας βιολογικό απόγονο των αρχαίων Μακεδόνων.

(…)

Κλείνοντας, λοιπόν, οι γείτονες έχουν το δικαίωμα να ονομάζονται και να πιστεύουν ό,τι θέλουν για τον εαυτό τους. Το ίδιο και οι Έλληνες. Είναι όμως υποχρέωση και δικαίωμα κάθε ορθολογικού ατόμου και στα δύο κράτη να παλέψει για να διαμορφώσει μέσα στους δύο λαούς αντιεθνικιστικές και διεθνιστικές τάσεις, οι οποίες θα αναζητήσουν πιο ορθολογικούς αυτοπροσδιορισμούς. Και αυτό γιατί μια τέτοια διαδικασία είναι προϋπόθεση για την ειρήνη και την ανεξαρτησία και των δύο λαών. Αυτό είναι το καθήκον της σύγχρονης κομμουνιστικής αριστεράς και στις δύο χώρες.

Κώστα Παλούκη, «Μακεδονία, ένα πεδίο σύγκρουσης εθνικισμών» – Πηγή: Το περιοδικό.gr

ΣΧΟΛΙΑ 4

  1. Ora et labora, 22 Ιανουαρίου 2018, 13.28΄

    «Πολλοί Έλληνες φιλελεύθεροι ιστορικοί της εποχής θεωρούσαν το μακεδονικό κράτος βαρβαρικό και ξένο προς τα άλλα ελληνικά κράτη της αρχαιότητας στα οποία εξαρχής είχε βασιστεί ο ελληνικός εθνικισμός. Ουσιαστικά, είχαν υιοθετήσει, θα έλεγε κανείς, την αντιμακεδονική οπτική μιάς μερίδας δημοκρατικών της αρχαίας κλασικής Αθήνας και θεωρούσαν τους αρχαίους Μακεδόνες κατακτητές της Ελλάδας.» – Στο γυμνάσιο (εξατάξιο) του ’70, από τη διδασκαλία Ιστορίας που δέχτηκα, αυτήν ακριβώς την εντύπωση είχα σχηματίσει, ότι δηλαδή οι Μακεδόνες του Φίλιππου και του Μεγαλέξανδρου δεν ήταν Έλληνες όπως εκείνοι από τη Θήβα και κάτω, ή τουλάχιστον δεν ήταν το ίδιο Έλληνες (τραβώντας στα άκρα αυτή την άποψη κάποιος θα μπορούσε να πει ότι πραγματικοί Έλληνες ήταν μόνο οι Αθηναίοι και ότι οι Κρητικοί δεν είναι Έλληνες). Οι Μακεδόνες μιλούσαν ελληνικά; Ποια χαρακτηριστικά έχει μια εθνότητα; Πόσο απέραντη είναι η άγνοιά μου;

  2. Ora et labora, 22 Ιανουαρίου 2018, 23.20΄

    «Ποιανού είσαι εσύ;» Θα μπορούσε να είναι αυτή η γέννηση μιας εθνότητας; (εθνότητα: σχετικά νέα έννοια για τη συγκρότηση μιας ομάδας, που μπορεί να αναφέρεται σε ολόκληρο φάσμα – και συχνά σε συνδυασμό – κοινοτικών χαρακτηριστικών, γλωσσικών, προγονικών, τοπικών, θρησκευτικών κτλ., τα οποία θεωρούνται η βάση μιας ιδιαίτερης ταυτότητας – Λεξικό της σύγχρονης σκέψης, Πατάκης).

  3. Φ.Μ., 23 Ιανουαρίου 2018, 15.07΄

    Tο 39% των εδαφών της ιστορικής Μακεδονίας βρίσκονται στη FYROM. Το απόλυτα ορθό θα ήταν να δώσουν την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» ή «Μακεδονία του Βαρδάρη» στο γεωγραφικό αυτό διαμέρισμα. Ορθό επίσης όνομα για το κρατίδιο θα ήταν «Δαρδανία» ή «Δημοκρατία του Βαρδάρη». Στην τωρινή συγκυρία (αλλά και προ 25ετίας) δεκτή έπρεπε να γίνει η ονομασία του γεωγραφικού διαμερίσματος ως ονομασία όλου του κρατιδίου, για αποφυγή εντάσεων και σκιαμαχιών. Η ελληνικότητα της Μακεδονίας, βασίζεται κυρίως σε όσα έχει γράψει ο αρχαίος γεωγράφος και ιστορικός Στράβων. Τα ιστορικά όμως γεγονότα, αποδεικνύουν ότι η Μακεδονία ποτέ δεν συμμάχησε με τις λοιπές ελληνικές πόλεις- κρατίδια εναντίον κοινού εχθρού όπως οι Πέρσες. Τουναντίον η Μακεδονία επικράτησε στη μάχη της Χαιρώνειας κατατροπώνοντας τον συνασπισμένο στρατό των άλλων ελληνικών πόλεων-κρατιδίων. Το γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας που πήρε το όνομα Μακεδονία, αυθαίρετα περιέλαβε και εδάφη που ανήκαν ιστορικά στη Θράκη και κατοικούνταν από θρακικά φύλα. Η περιοχή πέρα από τον ποταμό Στρυμόνα δεν ανήκε στην ιστορική Μακεδονία. Το μεγαλύτερο τμήμα του νομού Σερρών, ο νομός Καβάλας και ο νομός Δράμας δεν ανήκαν στην ιστορική Μακεδονία. Από το 1922 το ελληνικό γεωγραφικό διαμέρισμα Μακεδονία, κατοικείται, στη συντριπτική του πλειοψηφία από πρόσφυγες προερχόμενους από τον Πόντο, τη Θράκη και τη Μικρά Ασία και ο γηγενής πληθυσμός ήταν οικτρή μειοψηφία. Είναι αμφισβητήσιμο βέβαια και μη αποδεικνυόμενο ότι οι γηγενείς ήταν κατευθείαν απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων. Ακόμη, η πόλη της Θεσσαλονίκης, ως συγκροτημένη πόλη, δεν υπήρχε τα χρόνια της ιστορικής Μακεδονίας, γιατί ιδρύθηκε αργότερα από τον Κάσσανδρο και πρωτεύουσα της ήταν οι Αιγές στον νομό Πέλλας. Γιατί άραγε δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη αλυτρωτισμού και επεκτατισμού, από την πλευρά της Ελλάδας, η απαγόρευση χρήσης σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό για το γειτονικό κρατίδιο; Kατά τα άλλα μας φταίνε οι «γυφτοσκοπιανοί» και όχι ο παγκόσμιος νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, που διέλυσε και κατέστρεψε τις όποιες κοινωνικές υποδομές και την κοινωνική συνοχή στην Ελλάδα, αλλά και στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας (από το ιστολόγιο Iskra.gr).

  4. Νίκος Πολίτης, 24 Ιανουαρίου 2018, 11.25΄

    Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μυριβήλη «Ζωή εν τάφω», έκδοση 1924. Το μυθιστόρημα αναφέρεται στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και η παρακάτω αφήγηση τοποθετείται από τον ήρωα του μυθιστορήματος, που ήταν Έλληνας στρατιώτης (προφανώς ο ίδιος ο συγγραφέας που ήταν επιστρατευμένος ), κοντά στο Μοναστήρι, τότε της Σερβίας, και σήμερα Μπίτολα των Σκοπίων:

    Να τώρα κι ο ακριβός θησαυρός που ξεσκάλιξα μες τη χωριάτικη και «βάρβαρη» αυτή ψυχή, πού ’ναι αμόλευτη και παρθενικιά σαν τ’ απάτητο χιόνι μιάς βουνοκορφής. Η Άντσιω έχει δυό γιούς στρατιώτες. Κι οι στρατιώτες αυτοί είναι μες τούς οχτρούς που βρίσκονται αντίκρυ μας στα χαρακώματα του Περιστεριού. Αυτοί εδώ οι χωριάτες, που τη γλώσσα τους την καταλαβαίνουν περίφημα κι οι Βουργάροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούνε τους πρώτους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους που τους κακομεταχειρίζονται για Βουργάρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθόδοξου Πατριάρχη της Πόλης». Γιατί η ιδέα του απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη μέσα σε μια θαμπή μυστικοπάθεια πολύ παράξενη, πάνου σ’ αυτό τον απλοϊκό χριστιανικό κόσμο. Έπειτα οι τάφοι των παλιών τους προεστών έχουνε πάνω στις πέτρες σκαλισμένα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα πού ’ναι γραμμένα πάνου στα σκεβρωμένα κονίσματά τους, και στα παλιά εκκλησιαστικά βιβλία των εκκλησιώ τους. Ωστόσο, δε θέλουν νά ’ναι μήτε «Μπουλγκάρ, μήτε «Σρρπ,» μήτε «Γκρρς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ».

    Σημ.»Σρρπ» Σέρβοι, «Γκρρς» Έλληνες. Στη συνέχεια ο συγγραφέας σε επόμενες εκδόσεις απάλειψε το συγκεκριμένο απόσπασμα. Η αρχική έκδοση που το περιλαμβάνει (Μυτιλήνη 1924), ανατυπώθηκε σε συλλεκτική έκδοση το 1991 από τις Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ.

Το σχόλιό σας...

Πρόσφατα σχόλια

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ

Ουάσιγκτον 21, Τρίπολη, Τηλ. 2710238928

Email: dkomninou@ath.forthnet.gr